κατοικικός
κατοικικός, assigned to
κατοικ-ικός, ή, όν,
- assigned to κάτοικοι, κλῆρος PTeb. 105.13 (ii B.C.), etc.; γῆ POxy. 46.22 (100 A.D.); ὑποθήκη ib. 2134.14 (ii A.D.).