κοιλοχείλης
κοιλοχείλης, hollow-rimmed
κοιλο-χείλης, ες,
- hollow-rimmed, κύμβαλα AP 6.94 (Phil.).
κοιλο·χείλης, ης, ες, aux bords creux, Anth. 6, 94.
Étym. κοῖλος, χεῖλος.
κοιλοχείλης, ες, mit hohlem Rande, κύμβαλα Philp. 6 (VI.94).
κοιλοχείλης
κοιλο-χείλης, ες
χεῖλος
- hollow-rimmed, Anth.