κοιμάω
κοιμάω, to lull
- lull, put to sleep, κοίμησον . . Ζηνὸς ὑπʼ ὀφρύσιν ὄσσε φαεινώ Il. 14.236; ἦ με . . κοιμήσατε νηλέϊ ὕπνῳ Od. 12.372; βλέφαρα μὴ κοιμῶν ὕπνῳ A. Th. 3; put to bed, τὸν δʼ αὐτοῦ κοίμησε Od. 3.397; of a hind, ἐν ξυλόχῳ . . νεβροὺς κοιμήσασα 4.336.
- 2 metaph., still, calm, ἀνέμους, κύματα, Il. 12.281, Od. 12.169; φλόγα A. Ag. 597; κύματος μένος Id. Eu. 832; εὔφημον . . κοίμησον στόμα Id. Ag. 1247; also, soothe, assuage, κοίμησον δʼ ὀδύνας Il. 16.524; ᾧ (sc. φύλλῳ) κοιμῶ τόδʼ ἕλκος S. Ph. 650.
- II Med. and Pass., fall asleep, go to bed, Il. 1.476, al., Hdt. 1.9, etc.; of animals, lie down, κατὰ ἤθεα κοιμηθῆναι Od. 14.411: c. acc. cogn., ποῖόν τινα ὕπνον ἐκοιμῶ; X. Hier. 6.7; βαθὺν κοιμηθῆναι (sc. ὕπνον) Luc. DMar. 2.3.
- 2 metaph., ὅπως ἂν κοιμηθῇ [τὸ ἐπιθυμητικόν] Pl. l.c.
- 3 of the sleep of death, κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον Il. 11.241; ἱερὸν ὕπνον κ. Call. Ep. 11.2: abs., fall asleep, die, S. El. 509 (lyr.), Aeschrio l.c.; ἐκοιμήθη μετὰ τῶν πατέρων LXX 3 Ki. 2.10, al., cf. PFay. 22.28 (i A.D.), Ev.Matt. 27.52, Ev.Jo. 11.11, etc.; in epitaphs, IG 14.1683, etc.; κ. τὸν αἰώνιον ὕπνον ib. 929.
- 4 κοιμῶντο . . παρὰ μνηστῇς ἀλόχοισι Il. 6.246, cf. 250: hence, of sexual intercourse, lie with another, Od. 8.295, Pi. I. 8(7).23; οὔ τινι κοιμηθεῖσα Hes. Th. 213; παρά τινι Hdt. 3.68; σὺν δεσπόταισι E. l.c.; μετά τινος Timocl. 22.2; ἀπὸ γυναικὸς ἀνὴρ τὰν νύκτα κοιμαθές Berl.Sitzb. 1927.157 (Cyrene).
- 5 keep watch at night, A. Ag. 2, X. Cyr. 1.2.4, 9, POxy. 933.25 (ii A.D.), etc.
- 6 of things, remain during the night, οὐ μὴ κοιμηθήσεται ὁ μισθὸς παρά σοι ἕως πρωί LXX Le. 19.13; ἡ κιβωτὸς ἐκοιμήθη ἐκεῖ ib. Jo. 6.10.
- 7 c. acc., dream of, μέταλλα χρύσεια Luc. Gall. 6.
1. act., met acc.
a. te ruste leggen:
b. overdr. tot rust brengen, kalmeren:
2. med.-pass.
a. (gaan) slapen, naar bed gaan:
b. slapen met, naar bed gaan met:
c. eufem. van de doodsslaap ontslapen, met acc. v.h. inw. obj.:
d. overdr. tot rust komen:
e. de nacht doorbrengen, de wacht houden:
Pass. mit fut. med. sich schlafen legen, einschlafen, schlafen, Hom., der neben dem aor. pass. auch den aor. med. braucht, κοιμήσαντʼ ἄρʼ ἔπειτα καὶ ὕπνου δῶρον ἕλοντο Il. 7.482, wie Od. 16.481 ; auch von den Tieren, sich lagern, 14.411 ; κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον, er lagerte sich zum ehernen Schlafe, zum Todesschlafe, Il. 11.241 ; κοιμᾶτο Pind. I. 7.22 ; Aesch. κοιμώμενος Ag. 2, von einer Wache, vgl. Xen. Cyr. 1.2.4, 9, Eur. Rhes. 439 ; ἐκοιμήθην ξὺν δεσπόταισι Andr. 370, wie παρά τινι. Ar. K., l. 723, κοιμηθεῖσά τινι, bei Einem schlafend, Hes. Th. 213 ; ἐπὶ θύραις καὶ ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος Plat. Symp. 203d, öfter ; κοιμηθείς, eingeschlafen, Xen. Cyr. 8.7.2 ; κοιμέονται Her. 2.95.
Uebertr. von den Toten, οἱ κοιμηθέντες u. κεκοιμημένοι, im NT öfter ; vgl. oben die Stelle des Soph.
[cf. κεῖμαι.]
(κατα-)
- 1
To cause to sleep, lull to sleep: εἴς μʼ ἄτην κοιμήσατε ὕπνῳ Od. 12.372.
To furnish with the means of sleeping, entertain for the night: τὸν αὐτοῦ κοίμησεν Od. 3.397.
Of a beast, to lay (its young) to rest Od. 4.336 = Od. 17.127.
To cause (the eyes) to close in sleep: κοίμησόν μοι Ζηνὸς ὄσσε Il. 14.236.
To hush or still (winds or waves) Il. 12.281: Od. 12.169.
To still or allay (pangs): κοίμησον ὀδύνας Il. 16.524.
- 2
In mid. and pass., to take one’s rest, be laid or retire to rest, lie down to sleep: κοιμήσαντο παρὰ πρυμνήσια νηός Il. 1.476. Cf. Il. 1.610, Il. 6.246, 250, Il. 7.482, Il. 9.705, 713, Il. 24.636, 673: ἀσπαστὸν ἐείσατο κοιμηθῆναι Od. 7.343. Cf. Od. 4.295, Od. 6.16, Od. 10.479, Od. 12.32, Od. 14.523, Od. 19.49, Od. 20.4, etc.
Of animals: σύας ἔρξαν κοιμηθῆναι Od. 14.411.
To go to sleep (when one ought to be awake): μὴ φύλακες κοιμήσωνται Il. 10.99.
Of the sleep of death: κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον Il. 11.241.
Not implying resting: τίς κʼ εἰναλίῳ παρὰ κήτεϊ κοιμηθείη
; (i.e. lie in ambush) Od. 4.443.Connoting sexual intercourse: τῇ ἀσπαστὸν ἐείσατο κοιμηθῆναι Od. 8.295.
- 1
Strong 2837
to lull to sleep, put to sleep. Mid and pass., to fall asleep (M, Pr., 162; M, Th., 1, 4, 13): Mt 28:13, Lk 22:45, Jo 11:12, Ac 12:6. Metaph, of death: Mt 27:52, Jo 11:11 Ac 7:60 13:36, I Co 7:39 11:30 15:6, 18, 20, 51, I Th 4:13-15, II Pe 3:4 (cf. Is 14:8 43:17, II Mac 12:45).†
οὕτως κολλήσας τὸν λίθον τῷ ἀριστερῷ σου ὠτίῳ κοιμῶ ἀναπόκριτος ἀπερχόμενος
pegando así la piedra a tu oído izquierdo, ve a dormir alejándote sin recibir respuesta
ἔλαιον λαβὼν ἐπίλεγε τὰ ὀν[όματα, εἶτα] βρέξαι καὶ κοιμῶ
toma aceite, pronuncia los nombres y luego úngete y ve a dormir
(τὸν ἔσχατον ψωμὸν) εἴπας διαμάσ[η]σαι καὶ πίε ἐπάνω οἶνον καὶ κοιμῶ μηδενὶ λαλήσας
después de hablar mastica el último bocado, bebe vino encima y vete a dormir sin hablar a nadie
a
μέλλων κοιμᾶσθαι ὀνείῳ γάλακτι καθᾶρόν σο[υ] τὴν στρωμνήν
cuando vayas a acostarte purifica tu cama con leche de burra
κοι[μ]ῶ δὲ ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ πλευροῦ χαμαί
acuéstate sobre el lado derecho en el suelo
κοιμῶ τὴν κεφαλὴν ἔχων πρὸς νότον
acuéstate con la cabeza hacia el sur
κοιμῶ ἐπὶ ψίαθ<ου κλ>ίνῃ καινῇ
acuéstate sobre una estera en una cama nueva
κοιμῶ ἁγνὸς εἰς ψίαθον χαμαί
duerme purificado en el suelo, en una estera
κοιμῶ δὲ ἐπὶ θρυΐνη<ς> ψιάθου ἔχων πρὸ<ς> κεφαλῆς σου πλίνθον ὠμήν
duerme sobre una estera de juncos con un ladrillo sin cocer junto a tu cabeza
- Ito lull or hush to sleep, put to sleep, Hom.
- 2metaph. to lull to rest, still, calm, ἀνέμους, κύματα Hom.; ὀδύνας Il.; κοίμησον εὔφημον στόμα lay thy tongue asleep in silence, Aesch.
- IIMid. and Pass. to fall asleep, go or lie abed, Hom., Hdt., etc.
- 2of the sleep of death, κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον he slept an iron sleep, Il.: absol. to fall asleep, die, Soph., NTest.
- 3to keep watch at night, Lat. excubare, Aesch., Xen.
-
…ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθε, δὴ τότε κοιμήθημεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης. ἦμος δʼ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς, καὶ τότʼ ἐγὼν ἀγορὴν θέμενος μετὰ πᾶσιν ἔειπον ·…
Homer, Odyssey
-
…ἀμφιβεβήκῃ, τῆμος ἄρʼ ἐξ ἁλὸς εἶσι γέρων ἅλιος νημερτὴς πνοιῇ ὕπο Ζεφύροιο μελαίνῃ φρικὶ καλυφθείς, ἐκ δʼ ἐλθὼν κοιμᾶται ὑπὸ σπέσσι γλαφυροῖσιν · ἀμφὶ δέ μιν φῶκαι νέποδες καλῆς ἁλοσύδνης ἁθρόαι εὕδουσιν, πολιῆς ἁλὸς ἐξαναδῦσαι, πικρὸν ἀποπνείουσαι…
Homer, Odyssey
-
…θεοὺς μὲν αἰτῶ τῶνδʼ ἀπαλλαγὴν πόνων φρουρᾶς ἐτείας μῆκος, ἣν κοιμώμενος στέγαις Ἀτρειδῶν ἄγκαθεν, κυνὸς δίκην, ἄστρων κάτοιδα νυκτέρων ὁμήγυριν, καὶ τοὺς φέροντας χεῖμα καὶ θέρος βροτοῖς λαμπροὺς…
Aeschylus, Agamemnon
-
…, δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν, οἱ μὲν κοιμήσαντο κατὰ μέγαρα σκιόεντα. αὐτὰρ ἐγὼ Κίρκης ἐπιβὰς περικαλλέος εὐνῆς γούνων ἐλλιτάνευσα, θεὰ δέ μευ ἔκλυεν αὐδῆς · καί…
Homer, Odyssey
-
…ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν, οἱ μὲν κοιμήσαντο παρὰ πρυμνήσια νηός, ἡ δʼ ἐμὲ χειρὸς ἑλοῦσα φίλων ἀπονόσφιν ἑταίρων εἷσέ τε καὶ προσέλεκτο καὶ ἐξερέεινεν ἕκαστα ·…
Homer, Odyssey
-
…ποτʼ ἐμὸν ἔπος ἔκλυες, ἠδʼ ἔτι καὶ νῦν πείθευ · ἐγὼ δέ κέ τοι ἰδέω χάριν ἤματα πάντα. κοίμησόν μοι Ζηνὸς ὑπʼ ὀφρύσιν ὄσσε φαεινὼ αὐτίκʼ ἐπεί κεν ἐγὼ παραλέξομαι ἐν φιλότητι. δῶρα δέ τοι δώσω καλὸν θρόνον…
Homer, Iliad
-
…ἕκαστα. ὣς φάτο, Τηλέμαχος δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει κείων ἐς θάλαμον, δαΐδων ὕπο λαμπομενάων, ἔνθα πάρος κοιμᾶθʼ, ὅτε μιν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι · ἔνθʼ ἄρα καὶ τότʼ ἔλεκτο καὶ Ἠῶ δῖαν ἔμιμνεν. αὐτὰρ ὁ ἐν…
Homer, Odyssey
-
…ἐπεὶ σπεῖσάν τʼ ἔπιον θʼ, ὅσον ἤθελε θυμός, οἱ μὲν κακκείοντες ἔβαν οἶκόνδε ἕκαστος, τὸν δʼ αὐτοῦ κοίμησε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ, Τηλέμαχον, φίλον υἱὸν Ὀδυσσῆος θείοιο, τρητοῖς ἐν λεχέεσσιν ὑπʼ αἰθούσῃ ἐριδούπῳ, πὰρʼ δʼ…
Homer, Odyssey
-
…Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων · ὥστʼ ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη, οὐ μόνον τοὺς ἀπολωλότας πενθοῦντες, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἔτι αὐτοὶ ἑαυτούς, πείσεσθαι νομίζοντες οἷα ἐποίησαν Μηλίους τε…
Xenophon, Hellenica
-
…ἐπέεσσιν · ὄρσο κέων, ὦ ξεῖνε · πεποίηται δέ τοι εὐνή. ὣς φάν, τῷ δʼ ἀσπαστὸν ἐείσατο κοιμηθῆναι. ὣς ὁ μὲν ἔνθα καθεῦδε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεὺς τρητοῖς ἐν λεχέεσσιν ὑπʼ αἰθούσῃ ἐριδούπῳ · Ἀλκίνοος δʼ ἄρα λέκτο…
Homer, Odyssey