λυμήτης Save Brill-Montanari Bailly 2024 Pape λῡμήτης -ου, ὁ [λύμη] destroyer Or. Sib. 3.470. λυμήτης, ου (ὁ) [ῡ] c. λυμαντήρ, Sib. 3, 470. λυμήτης, [ῡ], ὁ, = λυμαντής, Orac.Sib.