μονάτωρ
μονάτωρ, running alone (as opp. to yoked)
μονάτωρ, ορος, ὁ,
- = μονάμπυξ, Sch. Ar. Pax 900, cf. Hsch. s.v. κέλης.
μονάτωρ, ορος, ὁ, = μονάμπυξ, κέλης, Schol. Ar. Pax 900, vgl. Hesych.