Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοναυλικός
μοναυλικός, solitary
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονάμπυκος
μονάμπυξ
μονανδρέω
μονανδρία
μόνανδρος
μονάξ
μοναξία
μόναπος
μονάριος
μοναρταβία
μοναρχεία
μοναρχέω
μονάρχης
μοναρχία
μονάρχια
μοναρχικός
μοναρχικῶς
μόναρχος
μονάς
μονασμός
μοναστηριακός
μοναστήριον
μοναστήριος
μοναστής
μοναστικός
μοναστραβής
μονάστρια
μονάτωρ
μοναυλέω
μοναυλία
μοναυλικός
μοναύλιον
μοναύλιος
μόναυλος
μοναχῇ
μοναχή
μοναχῆ
μοναχικός
μοναχόθεν
μοναχός
μοναχοῦ
μονάχουσα
μοναχόω
μοναχῶς
μονειμοφορέω
μονέντερον
μονεντρεχής
μονερέτης
μονή
μονηΐς
μονηῒς ἀρχή
μονήλατος
μονημέριον
μονημέριος
μονήμερος
μονήρης
Μονήτα
μονθύλευσις
μονθυλευτός
μονθυλεύω
μονία
…
μοναυλικός
Save
μοναυλικός, solitary
LSJ
μον-αυλικός, ή, όν,
solitary,
prob. in
Arist.
EE
1242a25.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}