μονάστρια
μονάστρια, nun
μονάστρια, ἡ,
- nun, Just. Nov. 123.36, al.
μονάστρια, ας (ἡ) nonne, religieuse, Chrys. 3, 596 Migne.
Étym. μονάζω.
μονάστρια, ἡ, fem. zu μοναστής, Nonne, Sp.
μονάστρια, nun