μοναστήριος
μοναστήριος, monastic
μοναστήριος, α, ον,
- monastic, οἶκος Men.Prot. p.15 D.
- II μοναστήριον, τό, hermitʼs cell, Ph. 2.475.
- 2 monastery, Procop. Arc. 17, al., Just. Nov. 3.2, PSI 8.933.2 (vi A. D.).