Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονοστροφικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονόρρυθμος
μονορύχης
μόνορχις
μόνος
μονοσάνδαλος
μονόσεπτος
μονοσήμαντος
μονοσίδηρος
μονοσίλλη
μονόσιρος
μονοσιτέω
μονοσιτία
μονόσιτος
μονοσκελής
μονόσκηπτρος
μονόσκορδον
μονοσταλής
μονόστεγος
μονοστελέχης
μονοστέλεχος
μονόστεος
μονοστέφανος
μονοστιβής
μονόστιχος
μονόστοιχος
μονόστολος
μονόστομος
μονοστόρθυγξ
μονοστροβής
μονοστροφικός
μονοστροφικῶς
μονόστροφος
μονοσυλλαβέω
μονοσυλλαβία
μονοσυλλαβικός
μονοσύλλαβος
μονοσυλλάβως
μονοσύστατος
μονοσχηματέω
μονοσχημάτιστος
μονόσχημος
μονοσχιδής
μονότεκνος
μονότης
μονοτοκέω
μονοτοκία
μονοτόκος
μονότομον
μονοτονέω
μονοτονία
μονότονος
μονοτόνως
μονοτράπεζος
μονοτρίγλυφος
μονοτροπέω
μονοτροπία
μονότροπος
μονοτρόπως
μονοτροφέω
μονοτροφία
μονότροχος
…
μονοστροφικῶς
Save
Bailly 2024
μονοστροφικῶς,
adv.
avec une seule strophe,
Héph.
Poem.
3, 7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}