μονοσχημάτιστος
μονοσχημάτιστος, of but one form
μονο-σχημάτιστος [ᾰ], ον,
- of but one form, A.D. Adv. 131.5.
μονο·σχημάτιστος, ος, ον [ᾰ] qui n’a qu’une forme, Dysc. Adv. p. 541, 3.
Étym. μ. σχηματίζω.
μονοσχημάτιστος, = μονόσχημος, Apoll. adv. 541.3.