Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονοσυλλαβικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονοσάνδαλος
μονόσεπτος
μονοσήμαντος
μονοσίδηρος
μονοσίλλη
μονόσιρος
μονοσιτέω
μονοσιτία
μονόσιτος
μονοσκελής
μονόσκηπτρος
μονόσκορδον
μονοσταλής
μονόστεγος
μονοστελέχης
μονοστέλεχος
μονόστεος
μονοστέφανος
μονοστιβής
μονόστιχος
μονόστοιχος
μονόστολος
μονόστομος
μονοστόρθυγξ
μονοστροβής
μονοστροφικός
μονοστροφικῶς
μονόστροφος
μονοσυλλαβέω
μονοσυλλαβία
μονοσυλλαβικός
μονοσύλλαβος
μονοσυλλάβως
μονοσύστατος
μονοσχηματέω
μονοσχημάτιστος
μονόσχημος
μονοσχιδής
μονότεκνος
μονότης
μονοτοκέω
μονοτοκία
μονοτόκος
μονότομον
μονοτονέω
μονοτονία
μονότονος
μονοτόνως
μονοτράπεζος
μονοτρίγλυφος
μονοτροπέω
μονοτροπία
μονότροπος
μονοτρόπως
μονοτροφέω
μονοτροφία
μονότροχος
μόνουα
μονούατος
μονόυλος
μονουχία
…
μονοσυλλαβικός
Save
LSJ
μονο-συλλᾰβικός, ή, όν, = sq.,
An.Ox.
1.324.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}