παντοδαπής Save LSJ Bailly 2024 Pape παντο-δᾰπής, ές, late form of -δαπός, Epicur. Herc. 1413.4, Procl. in Prm. p.605 S., EM 204.23, 711.48. παντοδαπής, ής, ές, c. παντοδαπός, Jos. παντοδαπής, ές, = παντοδαπός, Sp., EM. 712.48.