παντοδότειρα Save LSJ Bailly 2024 Pape παντο-δότειρα, ἡ, = πανδώτειρα, Orph. H. 59.18. παντο·δότειρα, ας, adj. f. c. πανδώτειρα, Orph. H. 40, 3, etc. παντοδότειρα, ἡ, = πανδώτειρα, Orph. H. 39.3.