Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παντοκρατέω
παντοκρατέω, to be almighty
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παντοδαής
παντοδαπάνητος
παντοδαπῇ
παντοδαπής
παντοδαπία
παντοδαπός
παντοδαπῶς
παντοδεχής
παντοδήλητος
παντοδίαιτος
παντοδίδακτος
παντοδότειρα
παντοδόχος
παντοδύναμος
παντοδυνάστης
παντοειδής
παντοεπής
παντοεργός
παντοέρκτης
παντοθαλής
πάντοθε
πάντοθεν
πάντοθι
παντοιάς
παντοῖος
παντοιότροπος
παντοίως
παντοκατάλληλος
παντοκράντειραι
παντοκράτειρα
παντοκρατέω
παντοκρατήρ
παντοκρατής
παντοκρατορία
παντοκρατορικός
παντοκράτωρ
παντοκτίστης
παντολάβος
παντολέτειρα
παντολέτης
παντολέτωρ
Παντολέων
παντολιγοχρόνιος
παντολμία
παντολμίας
παντόλμιος
πάντολμος
παντολόγος
παντομάντειρα
παντομεταβόλος
παντομετάβολος
παντομιγής
παντόμιμος
παντομισής
παντόμορφος
παντομώμητος
παντόμωρος
παντονίκης
παντοπαθής
παντοπλανής
παντοποιός
…
παντοκρατέω
Save
παντοκρατέω, to be almighty
LSJ
παντο-κρᾰτέω,
to be almighty,
v.l.
in
LXX
Za.
8.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}