παντοκρατορία
παντοκρατορία, omnipotence
παντο-κρᾰτορία, ἡ,
- omnipotence, interpol. in LXX Si. 19.18.
παντοκρατορία, ας (ἡ) [ᾰτ] toute-puissance, Spt. Sir. 19, 18.
παντοκρατορία, ἡ, Allgewalt, Allmacht, Sp.