παντοδίαιτος
παντοδίαιτος, all-consuming
παντο-δίαιτος [ῐ], ον,
- all-consuming, Orph. H. 66.5.
παντο·δίαιτος, ος, ον, qui mange tout, Orph. H. 65, 5.
Étym. π. δίαιτα.
παντοδίαιτος, Alles verzehrend, Orph. H. 65.5.