παντοδυνάστης
παντο-δῠνάστης, ου, ὁ, = foreg., Orph. H. 12.4, 45.2.
παντο·δυνάστης, ου [ῠ] adj. m. tout-puissant, Orph. H. 12, 4, etc.
Étym. π. δύναμαι.
παντοδυνάστης, ὁ, = παντοδύναμος, Orph. H. 11.4.
te invoco como los Partos: «Uerto, que todo lo dominas»