Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παντόσυνος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παντομάντειρα
παντομεταβόλος
παντομετάβολος
παντομιγής
παντόμιμος
παντομισής
παντόμορφος
παντομώμητος
παντόμωρος
παντονίκης
παντοπαθής
παντοπλανής
παντοποιός
παντοπόρος
παντοπράκτης
παντόπτας
παντόπτης
παντοπωλεῖον
παντοπωλέω
παντοπώλης
παντοπωλία
παντοπώλιον
παντόπωλις
παντοραίστης
παντορέκτης
πάντοσε
παντόσεμνος
παντόσοφος
παντοστεγής
παντόστικτος
παντόσυνος
παντοσώματος
πάντοτε
παντότεκνος
παντοτελής
παντοτεχνής
παντότης
παντοτινάκτης
παντοτόκος
παντότολμος
παντοτρόπος
παντοτρόφος
παντουργία
παντουργικός
παντουργός
παντοῦχος
παντοφαγία
παντοφάγος
παντοφαής
παντοφάρυγξ
παντόφθαλμος
παντοφόβος
παντόφοβος
παντοφόρος
παντοφυής
παντόφυρτος
παντοχάρυβδις
παντοχόθεν
παντόχροος
παντόχρους
παντρέφω
…
παντόσυνος
Save
Pape
παντόσυνος
, = παντοῖος, nur
f.l.
bei Eur.
I.A
. 761 für μαντόσυνος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}