παντόσεμνος
παντό-σεμνος, ον,
- = πάνσεμνος, A. Eu. 637.
παντό·σεμνος, ος, ον, c. πάνσεμνος, Eschl. Eum. 637.
παντόσεμνος, = πάνσεμνος, ἀνήρ, Aesch. Eum. 607.
παντόσεμνος
παντό-σεμνος, ον,
= πάνσεμνος, Aesch.