παντόσοφος Save LSJ Bailly 2024 Pape παντό-σοφος, ον, = πάνσοφος, Pl.Com. 90. παντό·σοφος, ος, ον, c. πάνσοφος, Plat. com. 2-2, 646 Mein. παντόσοφος, = πάνσοφος, Plat. com. bei Hephaest. p. 91.