παντόπωλις Save LSJ Bailly 2024 Pape παντό-πωλις, ιδος, ἡ, fem. of παντοπώλης, PRyl. 227.3 (iii A. D.). παντό·πωλις, ιδος (ἡ) fém. de παντοπώλης, Chrys. παντόπωλις, ἡ, fem. von παντοπώλης, Trödlerin, Sp.