παρακαταθετέον
παρακαταθετέον, one must entrust
παρακατα-θετέον,
- one must entrust, τῷ λόγῳ τὸν βίον Socr. ap. Stob. 3.1.73.
παρακαταθετέον, vb. de παρακατατίθημι, Anon. (Stob. Fl. 3, 43).