παρακατασκευάζω Save LSJ Pape παρακατα-σκευάζω, gloss on ὀτρύνω, EM 637.29; v.l. for προκ-, Sch. Pi. O. 6.1. παρακατασκευάζω, zurüsten, Schol. Pind. Ol. 6.2 ; EM.