παρακαταπήγνυμι
παρακαταπήγνυμι, to drive in alongside
παρακατα-πήγνυμι,
- drive in alongside, σταυρούς Th. 4.90; ξύλα μακρά Thphr. HP 8.3.2.
παρα·καταπήγνυμι, ficher auprès de, dat. Thc. 4, 90 ; Th. H.P. 8, 3, 2.
παρακαταπήγνυμι, [ῡ], (πήγνυμι), daneben, dabei befestigen ; σταυροὺς παρακαταπηγνύντας, Thuc. 4.90 ; Theophr.
παρακαταπήγνυμι
fut. -καταπήξω
- to drive in alongside, Thuc.