παρακαταθνῄσκω
παρακαταθνῄσκω, to die beside
παρακατα-θνῄσκω,
- die beside, aor. παρακάτθανε AP 9.735.
παρα·καταθνῄσκω (ao. 2 poét. 3 sg. παρακάτθανε) mourir auprès, Anth. 9, 735.
παρακαταθνῄσκω, (θνῄσκω), daneben od. dabei sterben, παρακάτθανε, Diosc. 19 (IX.735).
παρακαταθνῄσκω
- to die beside, poet. aor2 παρακάτθανε Anth.