παρακαταλείπω
παρακαταλείπω, to leave with
παρακατα-λείπω,
- leave with one, τινά τινι Th. 6.7; leave as deputy, D.C. 46.37.
παρα·καταλείπω, laisser qqn auprès de, dat. Thc. 6, 7 ; DC. 46, 37.
παρακαταλείπω, (λείπω), dabei zurücklassen, τινί τινα, DC. 46.37 u. öfter.
παρακαταλείπω
- to leave with one, τινά τινι Thuc.