παρακατάσχεσις
παρακατάσχεσις, retention
παρακατά-σχεσις, εως, ἡ,
- retention, τοῦ νομίμου μέρους Just. Nov. 39 Praef.
παρακατάσχεσις, ἡ, das dabei sich zurückhalten, Sp.
παρακατάσχεσις, retention