παραύξη Save παραύξη, increase LSJ Bailly 2024 Pape παραύξ-η, ἡ, increase, Ph. 1.359. παραύξη, ης (ἡ) c. παραύξησις, Phil. 1, 359. παραύξη, ἡ, = παραύξησις, Philo.