πεινατικός Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πεινατικός, ή, όν [ᾱ] c. πεινητικός, Plut. M. 646. πεινατικός -ή -όν [πεῖνα] hongerig: ἐμετικὸς δ’ ἐκ πεινατικοῦ γενόμενος van een hongerig man geworden tot een die kotst (van oververzadiging) Plut. Pomp. 51.8. πεινατικός, = πεινητικός, Plut. Pomp. 51.