Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσορατός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσοίχομαι
προσοκέλλω
προσολοφύρομαι
προσόμαλος
προσομαρτέω
προσομιλέω
προσομίλησις
προσομιλητικός
προσομιλία
προσόμνυμι
προσομοιάζω
προσόμοιος
προσομοιόω
προσομοίως
προσομολογέω
προσομολογία
προσομόργνυμαι
προσομόργνυμι
προσόμουρος
προσονειδίζω
προσονομάζω
προσονομασία
προσονομαστέον
προσονυμάσδεσθαι
προσονυμασία
προσοπτάζω
προσοπτάω
προσοπτέον
προσοπτίλλω
προσόρατος
προσορατός
προσοράω
προσοργίζομαι
προσορέγομαι
προσορέγω
προσορέω
πρόσορθρος
προσορίζω
προσορμάω
προσορμέω
προσορμίζομαι
προσορμίζω
προσόρμισις
προσορμισμός
προσορμιστήριον
πρόσορμος
πρόσορος
προσορχέομαι
προσόσσομαι
προσοσφραίνω
προσουδίζω
προσουρέω
προσουρίζω
προσούριος
πρόσουρος
προσουσία
προσοφειλέτης
προσοφείλω
προσοφθαλμιάω
προσοφλισκάνω
προσοχή
…
προσορατός
Save
Bailly 2024
προσορατός,
ή, όν
[
ᾱ
] visible,
Plut.
M.
316
e
.
Étym.
vb. de
προσοράω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}