προσοπτίλλω Save LSJ Pape προσοπτίλλω, v. ποτοπτίλλω. προσοπτίλλω, anäugeln, anblicken, ποτοπτίλλουσιν ist conj. für ποτοκέλλουσιν, Dius bei Stob. fl. 65.17.