About Report a problem

Menu

προσορέω

προσορέω, border on

προσορέω, (ὅρος)
  • border on, οἱ προσοροῦντες τῇ Μακεδονίᾳ Θρᾷκες Plb. 10.41.4; τὰ προσοροῦντα [τῇ Χερσονήσῳ] τῆς Εὐρώπης Id. 21.46.9.

Saved

Recent