προσοπτάζω Save LSJ Bailly 2024 Pape προσοπτάζω, v. ποτοπτάζω. *προσ·οπτάζω, dor. ποτ·οπτάζω, c. προσοράω, Anth. 6, 353. προσοπτάζω, poet. = προσοράω, in dor. Form ποτοπτάζω, Nossis 7 (VI.353).