πυρηνώδης
πυρηνώδης, like a fruit-stone
πῡρηνώδης, ες,
- like a fruit-stone, σπέρματα Thphr. HP 1.11.3, al.; ὀφθαλμοί dub. in Arist. HA 568a1.
πυρηνώδης, ης, ες [ῡ] qui a un noyau ou un cœur ligneux, Th. C.P. 1, 7, 3 ; 2, 7, 4 ; 2, 11, 7 ; H.P. 3, 7, 1.
Étym. π. -ωδης.
πυρηνώδης, [ῡ], ες, = πυρηνοειδής ; καρπός, eine Frucht mit hartem Kerne, Ggstz ἀπύρηνος, Arist. H.A. 6.13 u. Theophr.