σταθμοδοτέω
σταθμοδοτέω, billet
σταθμο-δοτέω,
- billet a soldier, σταθμοδοθείς (by error for -δοτηθείς) PEnteux. 13.2 (iii B.C.), cf. PLond. 1.106.6 (iii B.C.).