σταθμώδης
σταθμώδης, full of dregs
σταθμ-ώδης, ες,
- full of dregs or sediment, τὸ -έστατον [τοῦ ὕδατος] Hp. Aër. 8.
σταθμώδης, ης, ες, chargé de dépôt, trouble, Hpc. Aër. 285.
Étym. σταθμός, -ωδης.
σταθμώδης, ες, voll Satz od. Unreinigkeit, trübe, Hippocr.