σταθμός
σταθμός, a standing place, weight
- standing-place for animals, farmstead, steading, τὼ μὲν (the lions) ἄρʼ, ἁρπάζοντε βόας καὶ ἴφια μῆλα, σταθμοὺς ἀνθρώπων κεραΐζετον Il. 5.557, cf. 12.304; κατὰ σταθμοὺς δύεται 5.140; κατὰ σ. ποιμνήϊον 2.470; σταθμῷ ἐν οἰοπόλῳ 19.377, cf. Hes. Th. 294; sts. including the human dwelling, Od. 14.504; of a swineherdʼs steading, ib. 32; of a sheepstation, Il. 5.140, 18.589, cf. E. Rh. 293; of the stable of the griffin of Oceanus, A. Pr. 398; of a deerʼs lair, Arist. HA 578b21, 611a20.
- 2 of men, dwelling, abode, Pi. O. 5.10 (pl.), P. 4.76 (pl.); Ἀΐδα Id. O. 10(11).92; οὐρανοῦ Id. I. 7(6).45; Εὐβοίας σταθμά S. Ph. 489, cf. PCair.Zen. 344.2 (iii B.C.), BGU 1185.13 (i B.C.), etc.
- 3 quarters, lodgings for travellers or soldiers, Hdt. 7.119, X. An. 1.8.1, al., SIG 880.15 (Pizus, iii A.D.), etc.; soldierʼs billet, PStrassb. 92.4 (iii B.C.), etc.
- 4 quarter of a town, PRyl. 102.8 (ii A.D.).
- 5 in Persia, of stations or stages on the royal road, where the king rested in travelling, σ. βασιλήϊοι Hdt. 5.52, cf. 6.119, Plu. Art. 25: hence in reference to Persia, of distances, a dayʼs march (about 5 parasangs or 150 stades), X. An. 1.2.10; posting-station in the desert, σ. καὶ φρούρια OGI 701.13 (Egypt, ii A.D., pl.).
- 6 station for ships, E. Rh. 43 (lyr.), Lyc. 290.
- II upright standing-post, freq. in Hom.; sts. of the bearing pillar of the roof, παρὰ σταθμὸν τέγεος Od. 1.333, 8.458, 18.209; παρὰ σ. μεγάροιο 17.96, cf. 22.120, 257: in pl., E. IT 49; also doorpost, Od. 4.838, 17.340: pl., ἀργύρεοι σ. ἐν χαλκέῳ ἕστασαν οὐδῷ 7.89, cf. 10.62, Il. 14.167, Hdt. 1.179, S. El. 1331, E. Or. 1474 (lyr.): later, pl. σταθμά in this sense, Id. HF 999, Ar. Ach. 449, IG 2(2).1672.70, 173, 42(1).103.94 (Epid., iv B.C.); σ. θυράων Theoc. 24.15: σταθμός alone, = threshold, door, LXX 4 Ki. 12.9, al.
- III (ἵστημι A. IV) balance, γυνὴ . . σταθμὸν ἔχουσα Il. 12.434; ἱστᾶσι σταθμῷ πρὸς ἀργύριον τὰς τρίχας weigh them against silver, Hdt. 2.65; ἐπὶ τὸν σ. ἀγαγεῖν Ar. Ra. 1365; ἐς τὸν σ. ἐμβάς ib. 1407; ἕλκειν σ. weigh so much, Hdt. 1.50, cf. Eup. 116.
- 2 weight, σίτου σ. Hdt. 2.168; σ. ἔχοντες τριήκοντα τάλαντα Id. 1.14; διαφέρειν ἐν τῷ σ. Hp. Aër. 1: abs., in acc., ἀναθήματα ἴσα σταθμὸν τοῖσι . . equal in weight to . ., Hdt. 1.92; ἡμιπλίνθια σταθμὸν διτάλαντα two talents in or by weight, ib. 50; Βαβυλώνιον σταθμὸν τάλαντον a talent, Babylonian weight, Id. 3.89, cf. Th. 2.13; ᾧ πλείω παρὰ τὸν σ. excess resulting from difference of standard, PCair.Zen. 782 (a).141 (iii B.C.); μυρίος χρυσοῦ σ. E. Ba. 812; σ. [θύννου] ἦν τάλαντα ιεʼ Arist. HA 607b32; νόμισμα . . ὁρισθὲν μεγέθει καὶ σταθμῷ Id. Pol. 1257a39.
- 3 fixed standard of health, Hp. VM 9, Steril. 230.
1. stal, hoeve:
2. steunpilaar:
3. weegschaal, balans:
1) ein aufrecht stehender Pfosten, Pfeiler, Ständer ; bei Hom. bald von dem Hauptpfeiler, welcher die Decke eines Gemaches trägt, στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος, Od. 1.333, 8.458 u. öfter. vgl. 17.96, bald von den Türpfosten, ἐν δὲ σταθμοὺς ἄρσε, θόρας δʼ ἐπέθηκε, 21.45 ; θύρας σταθμοῖσιν ἐπῆρσεν, Il. 14.167, 339 ; ἀργύρεοι σταθμοὶ ἐν χαλκέῳ ἕστασαν οὐδῷ, Od. 7.89 ; παρὰ σταθμοῖσιν ἐπʼ οὐδοῦ, 10.62, u. sonst ; Soph. El. 1323 εἰ σταθμοῖσι τοῖσδε μὴ ʼκύρουν ἐγὼ πάλαι φυλάσσων, Schol. ἐν ταῖς παραστάσιν ; Eur. σταθμοὺς μοχλοῖσιν ἐκβαλόντες, Or. 1474 ; ἄπελθε λαΐνων σταθμῶν, Ar. Ach. 424 ; πύλαι χάλκεαι πᾶσαι καὶ σταθμοί τε καὶ ὑπέρθυρα, Her. 1.179 ; σταθμὰ θυράων, Theocr. 24.15, u. sonst einzeln bei Sp.
2) Standort, z.B. der Schiffe, Eur. Rhes. 43 ; bes. Stand, der Ort, wo Menschen od. Haustiere stehen u. sich aufhalten, Stall ; bei Hom. durchgängig von ländlichen Wohnungen, Gehöft, wo bes. an Viehställe zu denken, κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον Il. 2.470, μυῖαι σταθμῷ ἔνι 16.642, u. öfter ; vgl. noch σταθμὸν δὲ κύνες καὶ βώτορες ἄνδρες ῥύατʼ ὄπισθε μένοντες, Od. 17.200 ; in Gleichnissen der Löwe erwähnt, der in solch Gehöft einbricht, um Vieh zu rauben ; Il. 18.589 ist verbunden (οἰῶν) σταθμούς τε κλισίας τε κατηρεφέας ἰδὲ σηκούς, im plur., wie Hes. Th. 444. So auch Pind. Πέλοπος παρʼ εὐηράτων σταθμῶν, Ol. 5.10 ; übh. Wohnung, Hes. Th. 294 ; εἰς Ἀΐδα σταθμόν, Pind. Ol. 11.92 ; ἐς οὐρανοῦ σταθμούς, I. 6.45 ; σταθμοῖς ἐν οἰκείοισι, Aesch. Prom. 396 ; λέγοιμʼ ἂν ἄνδρα τόνδε τῶν σταθμῶν κύνα, Ag. 870 ; χειμῶνα τἀμάτʼ εἰς ἔπαυλʼ ἐγὼ ἤλαυνον, οὗτός τʼ εἰς τὰ Λαΐου σταθμά, Soph. O.R. 1139 ; eigtl., Stall, ἐν σταθμοῖσιν ἱππικοῖς, Eur. Or. 1449, vgl. Andr. 280. – Bes. Standquartier, Nachtquartier für Reisende od. Soldaten auf dem Marsche. – Im persischen Reiche hießen σταθμοί die Orte, wo der König auf seinen Reisen einzukehren u. zu übernachten pflegte, eine Art Etappen oder Stationen, βασιλήϊοι σταθμοί, Her. 2.152, 6.119 ; dah. in Beschreibung persischer Gegenden als Bestimmung der Entfernung, eine Tagereise, ein Tagemarsch, gew. eine Strecke von fünf Parasangen, oft bei Xen. An., z.B. 1.2.5 ; doch hing es jedesmal vom Feldherrn ab, wie lang er die σταθμοί machen wollte, vgl. 2.2.12.
3) das Gewicht, womit man wägt, ἤτε σταθμὸν ἔχουσα καὶ εἴριον ἀμφὶς ἀνέλκει ἰσάζουσα, Il. 12.434 ; das Gewicht, das ein Körper wiegt, die Schwere, ἡμιπλίνθια σταθμὸν διτάλαντα, Her. 1.50, 92 ; ὀπτοῦ σίτου σταθμός, 2.168 ; die Wage, ἱστᾶσι σταθμῷ πρὸς ἀργύριον τὰς τρίχας, 2.65 ; in dieser Bdtg plur. immer σταθμά ; Soph. ἐφεῦρε σταθμῶν, ἀριθμῶν καὶ μέτρων εὑρήματα, Frg. 379 ; μύριον δοὺς χρυσοῦ σταθμόν, Eur. Bacch. 810 ; μέρη σταθμῶν ἰσότης ἔταξε, Phoen. 544 ; ἐπὶ τὸν σταθμὸν γὰρ αὐτὸν ἀγαγεὶν βούλομαι, Ar. Ran. 1361 ; Wagschale, 1403 ; τὸ ἄγαλμα ἔχει τεσσαράκοντα τάλαντα σταθμὸν χρυσίοο, 40 Talente Goldes an Gewicht, Thuc. 2.13 ; τοῦ βαρυτέρου καὶ κουφοτέρου σταθμοῦ, Plat. Charm. 166b, u. öfter ; τὸν ῥυθμὸν τοῦ θώρακος πότερον τῷ μέτρῳ ἢ σταθμῷ ἐπιδεικνύων τιμᾷς, Xen. Mem. 3.10.10 ; νόμοις δὲ χρῆσθαι τοῖς Σόλωνος καὶ μέτροις καὶ σταθμοῖς, Andoc. 1.83, wie Pol. 2.37.10 ; übertr. οὐκ ἴσον ἄγει σταθμὸν μνησικακία καὶ φίλου χάρις, Plut. am.mult. p. 297.
-οῦ ὁ
[στα-, ἵστημι.]
- 1
The establishment of a shepherd or herdsman, a farm-house with its outbuildings : λίς, ὃν κύνες ἀπὸ σταθμοῖο δίωνται Il. 17.110. Cf. Il. 2.470, Il. 12.304, Il. 16.642, Il. 19.377 : Od. 14.32, 358, Od. 15.306, Od. 16.45, 66, 156, 163, 318, Od. 17.26, 200.
Sim. in pl. : κατὰ σταθμοὺς δύεται Il. 5.140. Cf. Il. 5.557, Il. 16.752, Il. 18.589 : Od. 14.504, Od. 16.82, Od. 17.20, 187, 223.
- 2
A door-post : θύρας σταθμοῖσιν ἐπῆρσεν Il. 14.167 = 339. Cf. Od. 4.838, Od. 6.19, Od. 7.89, Od. 10.62, Od. 17.340, Od. 21.45, Od. 22.120, 181, 257 = 274.
- 3
In the μέγαρον, one of a group of columns surrounding the hearth and supporting the roof : στῆ παρὰ σταθμὸν τέγεος Od. 1.333 = Od. 8.458 = Od. 16.415 = Od. 18.209 = Od. 21.64. Cf. Od. 17.96.
- 4
A weight: σταθμὸν ἔχουσα καὶ εἴριον Il. 12.434.
- 1
- 1dwelling ἵκων δʼ Οἰνομάου καὶ Πέλοπος παρʼ εὐηράτων σταθμῶν O. 5.10 ὅταν εἰς Ἀίδα σταθμὸν ἀνὴρ ἵκηται O. 10.92 αἰπεινῶν ἀπὸ σταθμῶν P. 4.76 ἐθέλοντʼ ἐς οὐρανοῦ σταθμοὺς ἐλθεῖν μεθʼ ὁμάγυριν Βελλεροφόνταν Ζηνός I. 7.45 πάνδοξον Αἰολάδα σταθμὸν υἱοῦ τε Παγώνδα ὑμνήσω Παρθ. 2. 9. ]ες σταθμοῦ[ P. Oxy. 2445, fr. 5.
- Ia standing place for animals, Lat. stabulum, a stable, fold, Il.: a stye, Od.: of men, a dwelling, abode, Hes., Soph.
- 2quarters, lodgings for travellers or soldiers, Lat. statio, Xen.
- 3in Persia, σταθμοί were stations on the royal road, where the king rested, Hdt.: hence a dayʼs journey, dayʼs march, averaging about 5 parasangs or 15 miles, Hdt., Xen.
- 4like Lat. statio, a station for ships, Eur.
- IIan upright post, the bearing pillar of the roof, Od.: a door-post, esp. in pl., Hom., Attic
- IIIthe balance, Ar., Il.; ἱστᾶν σταθμῷ τι πρός τι to weigh one thing against another, Hdt.
- 2weight, σταθμὸν ἔχειν τάλαντον to weigh a talent, Hdt.; absol. in acc., ἴσα σταθμόν equal in weight, Hdt.; ἡμιπλίνθια σταθμὸν διτάλαντα two talents in or by weight, Hdt.:—in pl. weights, Eur., etc.
-
…οἳ δʼ ἅμα πάντες σύνδυο κοιμήσαντο κατὰ σκιόεντας ἐναύλους · αὐτὴ δʼ ἐς κλισίας εὐποιήτους ἀφίκανε · τὸν δʼ εὗρε σταθμοῖσι λελειμμένον οἶον ἀπʼ ἄλλων Ἀγχίσην ἥρωα, θεῶν ἄπο κάλλος ἔχοντα. οἳ δʼ ἅμα βουσὶν ἕποντο νομοὺς κατὰ ποιήεντας…
NA, Homeric Hymns
-
…. μετεκινήθησαν δὲ καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν νηὸν κατακαέντα καὶ ὁ μὲν χρύσεος κεῖται ἐν τῷ Κλαζομενίων θησαυρῷ, ἕλκων σταθμὸν εἴνατον ἡμιτάλαντον καὶ ἔτι δυώδεκα μνέας, ὁ δὲ ἀργύρεος ἐπὶ τοῦ προνηίου τῆς γωνίης, χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους ·…
Herodotus, The Histories
-
…πυκνὰ ῥωγαλέην · ἐν δὲ στρόφος ἦεν ἀορτήρ · Εὔμαιος δʼ ἄρα οἱ σκῆπτρον θυμαρὲς ἔδωκε. τὼ βήτην, σταθμὸν δὲ κύνες καὶ βώτορες ἄνδρες ῥύατʼ ὄπισθε μένοντες · ὁ δʼ ἐς πόλιν ἦγεν ἄνακτα πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιον ἠδὲ γέροντι…
Homer, Odyssey
-
…τʼ αὐλῆς ὑπεράλμενον οὐδὲ δαμάσσῃ · τοῦ μέν τε σθένος ὦρσεν, ἔπειτα δέ τʼ οὐ προσαμύνει, ἀλλὰ κατὰ σταθμοὺς δύεται, τὰ δʼ ἐρῆμα φοβεῖται · αἳ μέν τʼ ἀγχιστῖναι ἐπʼ ἀλλήλῃσι κέχυνται, αὐτὰρ ὃ ἐμμεμαὼς βαθέης ἐξάλλεται…
Homer, Iliad
-
…Ἀγχίσην ἥρωα, θεῶν ἄπο κάλλος ἔχοντα. οἳ δʼ ἅμα βουσὶν ἕποντο νομοὺς κατὰ ποιήεντας πάντες · ὃ δὲ σταθμοῖσι λελειμμένος οἶος ἀπʼ ἄλλων πωλεῖτʼ ἔνθα καὶ ἔνθα διαπρύσιον κιθαρίζων. στῆ δʼ αὐτοῦ προπάροιθε Διὸς θυγάτηρ Ἀφροδίτη παρθένῳ ἀδμήτῃ…
NA, Homeric Hymns
-
…, φάε δὲ χρυσόθρονος Ἠώς. ὣς νῦν ἡβώοιμι βίη τέ μοι ἔμπεδος εἴη · δοίη κέν τις χλαῖναν ἐνὶ σταθμοῖσι συφορβῶν, ἀμφότερον, φιλότητι καὶ αἰδοῖ φωτὸς ἑῆος · νῦν δέ μʼ ἀτιμάζουσι κακὰ χροῒ εἵματʼ ἔχοντα. τὸν…
Homer, Odyssey
-
…βέλτερόν ἐστι κατὰ πτόλιν ἠὲ κατʼ ἀγροὺς δαῖτα πτωχεύειν · δώσει δέ μοι ὅς κʼ ἐθέλῃσιν. οὐ γὰρ ἐπὶ σταθμοῖσι μένειν ἔτι τηλίκος εἰμί, ὥστʼ ἐπιτειλαμένῳ σημάντορι πάντα πιθέσθαι. ἀλλʼ ἔρχευ · ἐμὲ δʼ ἄξει ἀνὴρ ὅδε ,…
Homer, Odyssey
-
…Ἑκάτα παράφηνον ἐς Γλύκης, ὅπως ἂν εἰσελθοῦσα φωράσω. παύσασθον ἤδη τῶν μελῶν. κἄμοιγʼ ἅλις. ἐπὶ τὸν σταθμὸν γὰρ αὐτὸν ἀγαγεῖν βούλομαι, ὅπερ ἐξελέγξει τὴν ποίησιν νῷν μόνον. τὸ γὰρ βάρος νὼ βασανιεῖ τῶν ῥημάτων .…
Aristophanes, Frogs
-
…ἐγὼ δεδάασθαι ἄνωγα, αἵ τέ σʼ ἀτιμάζουσι καὶ αἳ νηλείτιδές εἰσιν · ἀνδρῶν δʼ οὐκ ἂν ἐγώ γε κατὰ σταθμοὺς ἐθέλοιμι ἡμέας πειράζειν, ἀλλʼ ὕστερα ταῦτα πένεσθαι, εἰ ἐτεόν γέ τι οἶσθα Διὸς τέρας αἰγιόχοιο. ὣς οἱ…
Homer, Odyssey
-
…τάξιν τοῦ στρατεύματος ἐθαύμασε. Κῦρος δὲ ἥσθη τὸν ἐκ τῶν Ἑλλήνων εἰς τοὺς βαρβάρους φόβον ἰδών. ἐντεῦθεν ἐξελαύνει σταθμοὺς τρεῖς παρασάγγας εἴκοσιν εἰς Ἰκόνιον, τῆς Φρυγίας πόλιν ἐσχάτην. ἐνταῦθα ἔμεινε τρεῖς ἡμέρας. ἐντεῦθεν ἐξελαύνει διὰ τῆς…
Xenophon, Anabasis