Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Στάκτη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταθμοδοτέω
σταθμοδότης
σταθμόν
σταθμόνδε
σταθμόομαι
σταθμός
σταθμοῦχος
σταθμόω
σταθμώδης
σταθμών
στᾶθος
σταθῶ
σταίη
σταίην
σταῖμεν
σταινίον
σταιρόν
σταῖς
σταίς
σταιτήϊα
σταιτήϊος
σταιτινοκογχομαγής
σταίτινος
σταιτίον
σταίτιον
σταιτίτης
σταιτουργός
σταιτώδης
στακτερία
στακτή
Στάκτη
στακτικός
στακτός
στακτώδης
στάλα
σταλαγεῖ
σταλαγέω
στάλαγμα
σταλαγμιαῖος
σταλαγμίας
σταλάγμιον
σταλαγμός
σταλάζω
σταλακτικός
σταλακτίς
σταλακτός
σταλάσσω
σταλᾶτις
σταλάττω
σταλάω
σταλεηδόνες
σταληδών
σταλῆναι
σταλίδωμα
στάλιξ
σταλίς
σταλῖτις
Στάλκας
στάλλα
σταλουργός
σταλοῦχος
…
Στάκτη
Save
Bailly 2024
Στάκτη,
ης
(
ἡ
) Staktè,
f.
Anth.
App.
383
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}