σταίτινος
σταίτινος, of flour
σταίτ-ῐνος, η, ον,
- of flour or dough of spelt, Hdt. 2.47, Plu. Luc. 10.
σταίτινος, η, ον [ῑ] préparé avec de la pâte, Hdt. 2, 47 ; Plut. Luc. 10.
Étym. σταίς.
σταίτινος, von Weizenmehl, σταιτίνας πλάσσουσι ὗς, Her. 2.27.
σταίτινος
from σταῖς
σταίτῑνος, η, ον
- of flour or dough of spelt, Hdt., Plut.