στακτικός
στακτικός, for filtering
στακ-τικός, ή, όν,
- for filtering, ἀγγεῖα Hsch.
στακτικός, ή, όν, c. le suiv. P. Eg.
στακτικός, = στακτός, Paul.Aeg.
στακτικός, for filtering