Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταιτίον
σταιτίον, piece of dough
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταθμίς
σταθμιστής
σταθμιστί
σταθμιστικός
Σταθμίτας
Σταθμίτας οἶνος
σταθμοδοσία
σταθμοδοτέω
σταθμοδότης
σταθμόν
σταθμόνδε
σταθμόομαι
σταθμός
σταθμοῦχος
σταθμόω
σταθμώδης
σταθμών
στᾶθος
σταθῶ
σταίη
σταίην
σταῖμεν
σταινίον
σταιρόν
σταῖς
σταίς
σταιτήϊα
σταιτήϊος
σταιτινοκογχομαγής
σταίτινος
σταιτίον
σταίτιον
σταιτίτης
σταιτουργός
σταιτώδης
στακτερία
στακτή
Στάκτη
στακτικός
στακτός
στακτώδης
στάλα
σταλαγεῖ
σταλαγέω
στάλαγμα
σταλαγμιαῖος
σταλαγμίας
σταλάγμιον
σταλαγμός
σταλάζω
σταλακτικός
σταλακτίς
σταλακτός
σταλάσσω
σταλᾶτις
σταλάττω
σταλάω
σταλεηδόνες
σταληδών
σταλῆναι
σταλίδωμα
…
σταιτίον
Save
σταιτίον, piece of dough
LSJ
σταιτ-ίον, τό,
piece of dough,
PMag.Par.
1.2945.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}