στεριφοποιέω
στεριφοποιέω, make firm
στερῐφο-ποιέω,
- make firm or hard, Suid.
στεριφο·ποιέω-ῶ [ῐ] affermir, consolider, Suid.
Étym. στέριφος, ποιέω.
στεριφοποιέω, fest od. hart machen, Suid. erkl. ἰσχυροποιέω.