Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στεριφόομαι
στεριφόομαι, become hard
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στερεοποίησις
στερεόπους
στερεός
στερεόσαρκος
στερεόστρακος
στερεότης
στερεόφρων
στερεόω
στερέσιμος
στέρεσις
στερέω
στερεώδης
στερέωμα
στερεωματίζω
στερεωπός
στερεῶς
στερέωσις
στερεωτής
στερεωτικός
στέρημα
στερήσιμος
στέρησις
στερητέος
στερητικός
στερητικῶς
στερίζω
στέριπο
στερίσκω
στεριφεύομαι
στεριφνός
στεριφόομαι
στεριφόπεπλος
στεριφοποιέω
στέριφος
στεριφότης
στεριφόω
στερίφωμα
στερκτέον
στερκτικός
στερκτός
στερνίδιον
στέρνιξ
στέρνιον
στερνίον
στερνίτης
στερνῖτις
στερνοβριθής
στερνοκοπέομαι
στερνοκτυπέω
στερνοκτύπος
στερνόμαντις
στέρνον
στερνοσχιδής
στερνοσώματος
στερνοτυπέομαι
στερνοτυπής
στερνοτυπία
στερνοτυπτέομαι
στερνοτύπτης
στερνοῦχος
στερνόφθαλμος
…
στεριφόομαι
Save
στεριφόομαι, become hard
LSJ
στερῐφόομαι, Pass.,
become hard
or
solid,
Ph.
2.117.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}