στέριφος
στέριφος, firm, solid
στέρῐφ-ος, η, ον,
- = στερεός, firm, solid, of ground, διὰ τοῦ ἕλους, ᾗ ἦν . . -ώτατον Th. 6.101, cf. Anon. ap. Suid. s.h.v.; τὰς πρῴρας -ωτέρας ἐποίησαν Th. 7.36; στερίφοις . . τοῖς ἐμβόλοις with their rams made solid, ibid.
- 2 Subst. στέριφον, τό, rock-bottom, IG 2(2).1668.8, 1682.5.
- II = στεῖρα (B), barren, unfruitful, of women, Ar. Th. 641, Pl. Tht. 149b; of animals, Arist. HA 611a12; of fruit, Thphr. CP 2.11.1.
στέριφος, η, ον [ῐ]
1 solide, ferme, dur, Thc. 6, 101 ; 7, 36 ||
2 stérile, en parl. d’une femme, Ar. Th. 641 ; Plat. Theæt. 149b ; d’animaux, Arstt. H.A. 9, 4 ; de fruits, Th. C.P. 2, 11, 2 ||
Cp. -ώτερος, Thc. 7, 36 ; sup. -ώτατος, Thc. 6, 101.
Étym. στερεός ; cf. στεῖρος.
2. στέριφος -η -ον [~ 2. στερρός, 2. στεῖρα] onvruchtbaar, van vrouwen.
στέριφος, = στερεός, στερρός, starr, steif, fest ; ῃ πηλῶδες ἦν καὶ στεριφώτατον, Thuc. 6.101 ; τὰς πρώρας τῶν νεῶν ξυντεμόντες ἐς ἔλασσον στεριφωτέρας ἐποίησαν, 7.56 ; unfruchtbar, Ar. Th. 641, von einer Frau, wie Plat. Theaet. 149b ; Arist. H.A. 9.4 ; vgl. Ruhnk. Tim. p. 239.
Beim Schiffe ist ἡ στέριφος = στεῖρα, Suid. v. ἐπωτίσιν.
Beim Schiffe ist ἡ στέριφος = στεῖρα, Suid. v. ἐπωτίσιν.
στέριφος
στέρῐφος, η, ον
= στερεός, στερρός
- Ifirm, solid, Thuc.
- II= στεῖρος, Lat. sterilis, barren, Plat.