Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπονία
συμπονία, cooperation
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σύμπνοος
σύμπνους
συμποδέω
συμποδηγετέω
συμποδηγέω
συμποδίζω
συμποδισμός
συμποδοδεσμέω
συμποιέω
συμποικίλλομαι
συμποικίλλω
συμποιμαίνομαι
συμποιμαίνω
συμποίμην
συμπολεμέω
συμπολεμίζω
συμπολίζω
συμπολιορκέω
συμπολιτεία
συμπολίτευσις
συμπολιτεύω
συμπολίτης
συμπολῖτις
συμπολλαπλασιάζω
σύμπολλοι
σύμπολυς
συμπομπεύω
συμπομπή
συμπονέω
συμπονηρεύομαι
συμπονία
σύμπονος
συμπορεύομαι
συμπορθέω
συμπορθητής
συμπορίζω
συμπορισμός
συμπορνεύω
σύμπορος
συμπορπάομαι
συμπορπάω
σύμπορπον
συμπορσύνω
συμποσία
συμποσιάζω
συμποσιαῖος
συμποσιακός
συμποσιαρχέω
συμποσιάρχης
συμποσιαρχία
συμποσίαρχος
συμποσιαστής
συμπόσιον
συμπόσιος
συμποσόω
συμπότας
συμπότης
συμποτιγίνομαι
συμποτικός
συμποτίς
συμπότρια
…
συμπονία
Save
συμπονία, cooperation
LSJ
συμπονία, ἡ,
cooperation,
Mich.
in EN
507.28.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}