Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σύμπορπον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμποιμαίνομαι
συμποιμαίνω
συμποίμην
συμπολεμέω
συμπολεμίζω
συμπολίζω
συμπολιορκέω
συμπολιτεία
συμπολίτευσις
συμπολιτεύω
συμπολίτης
συμπολῖτις
συμπολλαπλασιάζω
σύμπολλοι
σύμπολυς
συμπομπεύω
συμπομπή
συμπονέω
συμπονηρεύομαι
συμπονία
σύμπονος
συμπορεύομαι
συμπορθέω
συμπορθητής
συμπορίζω
συμπορισμός
συμπορνεύω
σύμπορος
συμπορπάομαι
συμπορπάω
σύμπορπον
συμπορσύνω
συμποσία
συμποσιάζω
συμποσιαῖος
συμποσιακός
συμποσιαρχέω
συμποσιάρχης
συμποσιαρχία
συμποσίαρχος
συμποσιαστής
συμπόσιον
συμπόσιος
συμποσόω
συμπότας
συμπότης
συμποτιγίνομαι
συμποτικός
συμποτίς
συμπότρια
σύμπους
συμπραγματεύομαι
συμπρακτικός
συμπρακτορεύω
συμπράκτρια
συμπράκτωρ
συμπραξία
σύμπραξις
συμπράσσω
συμπράτης
συμπράττω
…
σύμπορπον
Save
LSJ
σύμπορπον·
τὸν μὴ ῥαφαῖς συνειλημμένον . . χιτῶνα,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}