συμποικίλλομαι
συμποικίλλομαι, to be wrought in with
συμποικίλλομαι, Pass.,
- to be wrought in with, J. AJ 3.7.5.
- 2 vary with, τοῖς μερικοῖς πράγμασι Sch. Ptol. Tetr. 19.