Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμποδισμός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπλήρης
συμπληρόω
συμπλήρωμα
συμπληρωματικῶς
συμπλήρωσις
συμπληρωτικός
συμπλησιάζω
συμπλήσσομαι
συμπλήσσω
συμπλήττω
σύμπλοια
συμπλοϊκός
συμπλοκή
σύμπλοκος
σύμπλοος
σύμπλους
συμπλώω
σύμπνευσις
συμπνευσμός
συμπνέω
συμπνιγής
συμπνίγω
συμπνοή
σύμπνοια
σύμπνοος
σύμπνους
συμποδέω
συμποδηγετέω
συμποδηγέω
συμποδίζω
συμποδισμός
συμποδοδεσμέω
συμποιέω
συμποικίλλομαι
συμποικίλλω
συμποιμαίνομαι
συμποιμαίνω
συμποίμην
συμπολεμέω
συμπολεμίζω
συμπολίζω
συμπολιορκέω
συμπολιτεία
συμπολίτευσις
συμπολιτεύω
συμπολίτης
συμπολῖτις
συμπολλαπλασιάζω
σύμπολλοι
σύμπολυς
συμπομπεύω
συμπομπή
συμπονέω
συμπονηρεύομαι
συμπονία
σύμπονος
συμπορεύομαι
συμπορθέω
συμπορθητής
συμπορίζω
συμπορισμός
…
συμποδισμός
Save
LSJ
συμποδ-ισμός, ὁ,
gloss on ὑφεσμός,
Hsch.
(pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}