About Report a problem

Menu

σύνοιδα

σύνοιδα, σύνοιδα, be aware, know (+ dat)

σύνοιδα, pf. with pres. sense, 1 pl. σύνισμεν Pl. Sph. 232c, Ion. συνοίδαμεν Hdt. 9.60, 3 pl. συνίσᾱσι S. El. 93 (anap.), Isoc. 8.113, X. Cyr. 3.1.9, etc. (rarely συνοίδασι Lys. 11.1, Plb. 27.9.11); imper. σύνισθι E. Hec. 870; inf. ξυνειδέναι S. Ant. 266: plpf. with impf. sense, συνῄδειν, Att. συνῄδη, dual συνῄστην, pl. -ῇσμεν, -ῇστε, -ῇσαν, Ion. 2 pl. συνῃδέᾰτε Hdt. 9.58: fut. συν (ξυν-) είσομαι Ar. Ec. 17, V. 999, X. HG 2.4.17 (rarely συνειδήσω Isoc. 1.16, and aor. part. -ειδήσας Phld. Lib. p.32 O.):—
  • know something about a person, esp. as a potential witness for or against him, ἢ (sc. Δίκη) σιγῶσα σύνοιδε τὰ γιγνόμενα πρό τʼ ἐόντα Sol. 4.15; τά τοι ἐγὼ καὶ ἀμφότερα συνειδὼς ἔχω μαρτυρέειν to both of which I, knowing them true of you, can testify, Hdt. 5.24; εἰ τέοισί τι χρηστὸν συνῄδεε πεποιημένον Id. 8.113; ἐπαινεόντων τούτους τοῖσί τι καὶ συνῃδέατε Id. 9.58; τὰ Μηδικὰ καὶ ὅσα αὐτοὶ σύνιστε our other services to which you can testify, Th. 1.73; ἃ ξύνισμεν τοῖσιν ἵπποις βουλόμεσθʼ ἐπαινέσαι Ar. Eq. 595 (troch.); συνοίδαμεν ὑμῖν ὑπὸ τὸν παρεόντα τόνδε πόλεμον ἐοῦσι πολλὸν προθυμοτάτοισι Hdt. 9.60; ὑπολαμβάνων παρʼ ὑμῶν ἑκάστῳ τὸ συνειδὸς ὑπάρχειν μοι believing that I can rely on your acknowledgement of my services, D. 18.110; τί μοι σύνοισθα τοιοῦτον εἰργασμένῳ; X. Smp. 4.62; σύνοιδα τῷ μειρακίῳ κοσμίῳ τὸν πρότερον ὄντι χρόνον ἀεί Men. Sam. 57; πότερον οὐ συνοίδασιν αὐτῷ ποιοῦντι τὰ δίκαια Plb. 27.9.11; ξυνειδὼς οὐ φράσεις; S. OT 330; ἵνα τούτῳ ταῦτα συνειδῶμεν Pl. Prt. 348b; ἐρῶ . . ἃ σύνοιδα αὐτῷ X. Mem. 2.7.1; οὐκ αἰσχυνοῦμαι . . εἰπεῖν (v.l.) ἅπασιν ὅσα σύνοιδʼ αὐτῷ κακά Ar. Fr. 200; ξύνοιδʼ ἄντροισιν αἰσχύνην τινά E. Ion 288; θνῄσκοντι συνείσῃ (cj. Reiske for συνοίσῃ) thou wilt witness my death, S. Ph. 1085 (lyr.); διὰ δικαιοσύνην, τήν οἱ ἄλλην συνῄδεε ἐοῦσαν Hdt. 7.164; τοιοῦτον αὐτοῖς Ἄρεος εὔβουλον πάγον ἐγὼ ξυνῄδη χθόνιον ὄνθʼ S. OC 948; δύʼ ἡμῶν ἢ τρία κακὰ ξυνειδὼς εἶπε δρώσας μυρία (sc. Εὐριπίδης) Ar. Th. 475, cf. 553; ἀφανίζει τὸν παῖδα, ὃς συνῄδει περὶ τῶν χρημάτων Isoc. 17.11, cf. Men. Epit. 210; τῆς ἁρπαγῆς τοῦ παιδὸς εἰ ξύνοισθά τι, ταχέως λέγειν χρή Antiph. 74.3; καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένῃ βροτῶν; A. Ch. 216; σύνοιδʼ Ὀρέστην πολλά σʼ ἐκπαγλουμένην ib. 217; σύνοιδα τοῖς πλείστοις αὐτῶν ἥκιστα χαίρουσι I can bear witness that most of them are far from pleased . ., Isoc. 7.50; with a mixture of dat. and acc.constr., συνίσασι γὰρ αὐτῷ . . καθιστάμενον, ἐκ δὲ τούτων . . δυνάμενον Id. 15.120; ἐγώ σοι σ. . . ἀνιστάμενον καὶ . . βαδίζοντα καὶ ἀναπείθοντα X. Oec. 3.7; freq. with reflex. Pron. in dat., ἔμʼ αὔτᾳ τοῦτο σύνοιδα Sapph. 15; ἐξ ὧν αὐτὸς σύνοισθα σαυτῷ ἐν τῇ τῶν γραμμάτων μαθήσει from your experience of yourself . ., Pl. Tht. 206a; σύνοιδʼ ἐμαυτῇ πολλὰ (δείνʼ) Ar. Th. 477, cf. X. Mem. 2.9.6, Pl. R. 331a; ξυνειδέναι τί μοι δοκεῖς σαυτῷ καλόν Ar. Eq. 184; πολλὴν ἑαυτοῖς συνειδέναι ἀσέβειαν X. Ap. 24; συνειδὼς ἐμαυτῷ ἀμαθίαν Pl. Phdr. 235c; τὴν πατρίδα, εἰς ἢν τοσαύτην εὔνοιαν ἐμαυτῷ σύνοιδα D. Ep. 2.20; σ. ἑαυτοῖς ἄγνοιαν Arist. EN 1095a25; σ. αὑτῷ τὴν δειλίαν Id. HA 618a26; μηδὲν ἑαυτοῖς ἄτοπον συνειδέναι Socr. ap. Stob. 3.24.13, cf. Isoc. 3.59, LXX Jb. 27.6, 1 Ep.Cor. 4.4; συνειδότες αὑτοῖς with full consciousness, Polystr. p.15 W.:—with part.
        • a in nom., πῶς οὖν ἐμαυτῷ τοῦτʼ ἐγὼ ξυνείσομαι, φεύγοντʼ ἀπολύσας ἄνδρα; Ar. V. 999; ἡνίκʼ ἄν τις ἐσθλὸς ὢν αὑτῷ συνειδῇ S. Fr. 931; ὅστις τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς X. An. 2.5.7; σύνισμεν ἡμῖν αὐτοῖς ἀπὸ παίδων ἀρξάμενοι ἀσκηταὶ ὄντες τῶν καλῶν κἀγαθῶν ἔργων Id. Cyr. 1.5.11; συνειδέναι σαυτῷ δοκεῖς οὐπώποτʼ ἀμελήσας αὐτῶν ib. 1.6.4, cf. 3.3.38, HG 2.3.12; οὔτε μέγα οὔτε σμικρὸν σύνοιδα ἐμαυτῷ σοφὸς ὤν Pl. Ap. 21b; ὅταν καὶ μηδὲν σαυτῷ συνειδῇς ἐξαμαρτάνων Isoc. 5.79.
        • b in dat., σύνοιδα ἐμαυτῷ ἀντιλέγειν οὐ δυναμένῳ Pl. Smp. 216b; σύνισμεν ἡμῖν αὐτοῖς κηλουμένοις ὑπʼ αὐτῆς Id. R. 607c; τὸ συνειδέναι πεπρακόσιν αὑτοῖς τὰ πράγματα D. 19.208; συνειδόθʼ αὑτῷ φαῦλα διαπεπραγμένῳ Philem. 229.
      • 2 c. dat. rei, know something about a thing, τοῖς διὰ τῶν εἰκότων τὰς ἀποδείξεις ποιουμένοις λόγοις σύνοιδα οὖσιν ἀλαζόσιν Pl. Phd. 92d; διὰ τὸ συνειδέναι τοῖς σφετέροις πράγμασι τετρυ[μ]μένοις καὶ κάμνουσιν ἤδη τῷ πολέμῳ Plb. 1.62.7; σε . . συνειδότα τοῖς πρὸς ἐμὲ σοὶ πεπολιτευμένοις Phalar. Ep. 109; καιρὸς . . σὲ εἰπεῖν ἃ σύνοισθα τῷ βίῳ ἑκάστῳ what you know about each life, Luc. Gall. 15.
    • II share the knowledge of something with somebody, to be implicated in or privy to it, οὐδὲ ξυνῄδει σοί τις ἔκθεσιν τέκνου; E. Ion 956; δουλοῖ γὰρ ἄνδρα, . . ὅταν ξυνειδῇ μητρὸς ἢ πατρὸς κακά Id. Hipp. 425; ξύνοιδε δʼ οὔτις οἰκετῶν νόσον ib. 40; συνίσασί σοι πάντα ὅσα ἔπραξας X. Cyr. 3.1.9; ξυνίσασʼ εὐναὶ . . ὅσα θρηνῶ S. El. 93 (anap.); πλῆθος ὃ ξυνῄδει Th. 4.68; ξυνειδώς τις ibid.; ὁ συνειδὼς καὶ μὴ φράζων Pl. Lg. 742b; οἱ ξυνειδότες σφίσι Th. 1.20; οἱ συνειδότες πεποιηκότι τι δεινόν Arist. Rh. 1382b6; σύνοισθά που καὶ αὐτὸς ὅτι . . Pl. Phdr. 257d; σύνισμεν ὡς . . Id. Sph. 232c; σύνοιδέ μοι εἰ ἐπιορκῶ X. An. 7.6.18; συνειδέναι δὲ (sc. τὰς μαντηΐας) καὶ τοὺς Πυθίους Hdt. 6.57; συνειδυίας καὶ τῆς γυναικός Act.Ap. 5.2:— with part.
        • a in dat., μήτε τῳ ξυνειδέναι τὸ πρᾶγμα βουλεύσαντι S. Ant. 266; εἰ μὴ συνῄδη Σωκράτει τε καὶ Ἀγάθωνι δεινοῖς οὖσι περὶ τὰ ἐρωτικά Pl. Smp. 193e.
        • b in acc., ἀνδράποδα, ἃ συνῄδει τὴν γυναῖκα . . θάνατον μηχανωμένην Antipho 1.9, cf. Pl. Lg. 773b, 870d, D. 49.58, 59.67, 61.23.
    • III know well, αὐτὸς ξυνειδώς, ἢ μαθὼν ἄλλου πάρα; as from his own knowledge, or . . ? S. OT 704; so also (unless there is ellipse of reflex. Pron.) σύνοιδα δείνʼ εἰργασμένος E. Or. 396; σύνοισθά γʼ εἰς ἔμʼ οὐκ εὔορκος ὤν Id. Med. 495.
    • IV c. dat. rei. to be privy to, BGU 1141.50 (i B.C.); τῷ φόνῳ Sch. Hermog. in Rh. 4.355 W.
    • V τὸ συνειδός complicity, τὸ σ. τοῦ πράγματος Plu. Publ. 4; consciousness, τοῦ ἐνδεοῦς Id. Profect. 2.84d.
      • 2 conscience, ὑπὸ συνειδότος ἐπαρρησιάζετο ἀγαθοῦ Paus. 7.10.10, cf. Hld. 6.7, Alciphr. 1.10.5, Chor. p.38 B. [7.1.3]
    • VI ὡς ἂν συνειδῇς as you may think proper, Aët. 13.2.

Saved

Recent