συνοικητήρ
συνοικητήρ, house-fellow
συνοικ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- house-fellow, λιμός, ἐχθρὸς σ. Semon. 7.102.
συνοικητήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Sim. am. fr. 7, 102.
συνοικητήρ, ῆρος, ὁ, = συνοικητής, Simond. mul. 102.